βυθίζομαι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυθίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος βυθίζω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βυθίζομαι

  1. (μεταφορικά) εισχωρώ, μπαίνω, απορροφιέμαι
    Τα βράδια κλειδώνω την κάμαρά μου, σβήνω το φως και βυθίζομαι στο σκοτάδι. (Ασημάκης Πανσέληνος, Τότε που ζούσαμε)
  2. είμαι ή πέφτω σε κώμα ή νάρκη / νάρκωση

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]