βυθοκόρος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βυθοκόρος βυθοκόροι
γενική βυθοκόρου βυθοκόρων
αιτιατική βυθοκόρο βυθοκόρους
κλητική βυθοκόρε βυθοκόροι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυθοκόρος < βυθός + αρχαία ελληνική κορέω + -ος (μεταφραστικό δάνειο από την γαλλική cure-môle)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βυθοκόρος θηλυκό

  • (ναυτικός όρος) ειδικό βοηθητικό ναυπήγημα, αυτοκινούμενο ή μη, που χρησιμοποιείται για την εκβάθυνση λιμανιών, πορθμών, καναλιών, ποταμών και λιμνών ή για την εκμετάλλευση προσχωματικών κοιτασμάτων (όπως π.χ. κοιτάσματα χρυσού)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Το λεξικό Τριανταφυλλίδη το κατατάσσει ως αρσενικό.

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]