Μετάβαση στο περιεχόμενο

βυθός

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βύθος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βυθός οι βυθοί
      γενική του βυθού των βυθών
    αιτιατική τον βυθό τους βυθούς
     κλητική βυθέ βυθοί
Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βυθός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βυθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βαθύς)
Θαλάσσιος βυθός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /viˈθos/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βυθός αρσενικό

  1. ο πυθμένας θάλασσας, λίμνης ή ποταμού, το έδαφος που βρίσκεται κάτω από το νερό
      Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
  2. (κατ’ επέκταση) το κατώτερο μέρος του θαλάσσιου υδάτινου όγκου

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις βυθίζω και βάθος

Πολυλεκτικοί όροι

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]