βυθός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | βυθός | οι | βυθοί |
| γενική | του | βυθού | των | βυθών |
| αιτιατική | τον | βυθό | τους | βυθούς |
| κλητική | βυθέ | βυθοί | ||
| Κατηγορία όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βυθός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική βυθός < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dʰewb- (βαθύς)

Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βυθός αρσενικό
- ο πυθμένας θάλασσας, λίμνης ή ποταμού, το έδαφος που βρίσκεται κάτω από το νερό
- ※ Το υποβρύχιο έριξε στην αρχή δυο τορπίλλες, αλλά δε βρήκαν το στόχο τους. Τότε το υποβρύχιο βγήκε από το βυθό και από απόσταση 500 μέτρων χτύπησε με το πυροβόλο του το Ιταλικό πετρελαιοφόρο, και το βύθισε (Γιάννης Καιροφύλας, Η Αθήνα του '40 και της Κατοχής, εκδ. Φιλιππότη, 1985, σελ. 68)
- (κατ’ επέκταση) το κατώτερο μέρος του θαλάσσιου υδάτινου όγκου
Συγγενικά
[επεξεργασία]Πολυλεκτικοί όροι
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)