Μετάβαση στο περιεχόμενο

βυνοποίηση

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βυνοποίηση οι βυνοποιήσεις
      γενική της βυνοποίησης* των βυνοποιήσεων
    αιτιατική τη βυνοποίηση τις βυνοποιήσεις
     κλητική βυνοποίηση βυνοποιήσεις
* παλιότερος λόγιος τύπος, βυνοποιήσεως
Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βυνοποίηση < βύνη + -ο- + -ποίηση

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βυνοποίηση θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]