βυνοποίηση
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | βυνοποίηση | οι | βυνοποιήσεις |
| γενική | της | βυνοποίησης* | των | βυνοποιήσεων |
| αιτιατική | τη | βυνοποίηση | τις | βυνοποιήσεις |
| κλητική | βυνοποίηση | βυνοποιήσεις | ||
| * παλιότερος λόγιος τύπος, βυνοποιήσεως | ||||
| Κατηγορία όπως «δύναμη» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βυνοποίηση θηλυκό
- η διαδικασία επεξεργασίας του κριθαριού και παρασκευής μπίρας
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] βυνοποίηση
|
|