βυτιοφόρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βυτιοφόρο βυτιοφόρα
γενική βυτιοφόρου βυτιοφόρων
αιτιατική βυτιοφόρο βυτιοφόρα
κλητική βυτιοφόρο βυτιοφόρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βυτιοφόρο < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου: βυτιοφόρος < βυτίο + -ο- + -φόρος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /vi.ti.ɔ.ˈfɔ.ɾɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βυτιοφόρο ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]