βωμίσκος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | βωμίσκος | οι | βωμίσκοι |
| γενική | του | βωμίσκου | των | βωμίσκων |
| αιτιατική | τον | βωμίσκο | τους | βωμίσκους |
| κλητική | βωμίσκο | βωμίσκοι | ||
| Κατηγορία όπως «υπνάκος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βωμίσκος < ελληνιστική κοινή βωμίσκος[1] < αρχαία ελληνική βωμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βωμίσκος αρσενικό
- (αρχαιολογία) υποκοριστικό του βωμός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βωμίσκος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βωμίσκος | οἱ | βωμίσκοι | ||||
| γενική | τοῦ | βωμίσκου | τῶν | βωμίσκων | ||||
| δοτική | τῷ | βωμίσκῳ | τοῖς | βωμίσκοις | ||||
| αιτιατική | τὸν | βωμίσκον | τοὺς | βωμίσκους | ||||
| κλητική ὦ! | βωμίσκε | βωμίσκοι | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βωμίσκω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | βωμίσκοιν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βωμίσκος < βωμ- + υποκοριστικό επίθημα -ίσκος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]- υποκοριστικό του βωμός
- επίδεσμος
- βωμόσχημο αγγείο
- (αστρονομία) αστερισμός
- (ανατομία) η βάση των γομφίων
- (γεωμετρία) πολύεδρο με άνισα ύψη, μήκη και βάθη
Πηγές
[επεξεργασία]- βωμίσκος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'υπνάκος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιολογία (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' παροξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις παροξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με υποκοριστικό επίθημα -ίσκος (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Αστρονομία (αρχαία ελληνικά)
- Ανατομία (αρχαία ελληνικά)
- Γεωμετρία (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)