βόδι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βόδι βόδια
γενική βοδιού βοδιών
αιτιατική βόδι βόδια
κλητική βόδι βόδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɔ.ði/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ένα βόδι

βόδι ουδέτερο

  1. (ζωολογία) μηρυκαστικό κατοικίδιο ζώο μεγάλου μεγέθους που εκτρέφεται για το κρέας ή/και το γάλα του. Σε πολλές περιπτώσεις χρησιμοποιούνταν στις αγροτικές εργασίες
  2. το αρσενικό βόδι που ευνουχίστηκε σε νεαρή ηλικία με σκοπό την καλύτερη πάχυνση κι εργασία
  3. (μεταφορικά) ο δυσκίνητος και νωθρός άνθρωπος, που, λόγω της μεγάλης σωματικής του διάπλασης, δε χαρακτηρίζεται από σβελτάδα
  4. (μεταφορικά), (μειωτικά) ο ευτραφής
  5. (μεταφορικά) ο άξεστος, ο αγενής, ο αδιάκριτος
  6. (μεταφορικά) ο βραδύνους, ο ανόητος, ο βλάκας

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • κοιμάμαι σαν (το) βόδι : κοιμάμαι πάρα πολύ
  • τρώω σαν (το) βόδι : τρώω πάρα πολύ
  • φάγαμε το βόδι, στην ουρά θα σταματήσουμε; : προτροπή για την ολοκλήρωση μιας προσπάθειας, όταν το μεγαλύτερο ή δυσκολότερο μέρος έχει ήδη επιτευχθεί

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]