βόειος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική βόειος βόεια βόειο
γενική βόειου βόειας βόειου
αιτιατική βόειο βόεια βόειο
κλητική βόειε βόεια βόειο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική βόειοι βόειες βόεια
γενική βόειων βόειων βόειων
αιτιατική βόειους βόειες βόεια
κλητική βόειοι βόειες βόεια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόειος < αρχαία ελληνική βόειος

Επίθετο[επεξεργασία]

βόειος, -α, -ο

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική βόειος βοεία βόειον βόειοι βόειαι βόεια
Γενική βοείου βοείας βοείου βοείων βοείων βοείων
Δοτική βοείῳ βοείᾳ βοείῳ βοείοις βοείαις βοείοις
Αιτιατική βόειον βοείαν βόειον βοείους βοείας βόεια
Κλητική βόειε βοεία βόειον βόειοι βόειαι βόεια
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική βοείω βοεία
Γενική-Δοτική βοείοιν βοείαιν

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόειος < βοῦς

Επίθετο[επεξεργασία]

βόειος, -α, -ον

  1. βοδινός, αγελαδινός
  2. από δέρμα βοδιού
  3. (ουσιαστικοποιημένο) βοεία: δέρμα βοδιού και (συνεκδοχικά) ασπίδα από δέρμα βοδιού

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]