Μετάβαση στο περιεχόμενο

βόλεμα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το βόλεμα τα βολέματα
      γενική του βολέματος των βολεμάτων
    αιτιατική το βόλεμα τα βολέματα
     κλητική βόλεμα βολέματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βόλεμα < βολεύ(ω) + -μα, με αποβολή του [v] πριν από [m][1] και αναβιβασμό του τόνου πβ. ψάρεμα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βόλεμα ουδέτερο

  1. η τακτοποίηση σε μια άνετη ή ασφαλή θέση, συνήθως ανθρώπων
      Όπως συμβαίνει πάντοτε με τη φύτρα μας, αυτή είναι η φωτεινή όψη στην περίοδο της τουρκοκρατίας. Γιατί υπάρχει και η σκοτεινή - ο ραγιαδισμός, το βόλεμα και οι προσκυνημένοι στον κατακτητή (Κώστας Σκανδαλίδης, Οι Έλληνες, Τετράδια Πατριδογνωσίας, εκδ. Καστανιώτη, 2012)
  2. η τεμπελιά, η βολή ως άνεση που δεν προϋποθέτει κόπο και κατακτήσεις
     συνώνυμα: αργοσχολία, μαλθακότητα, οκνηρία, ραθυμία, ραστώνη, τρυφηλότητα, φυγοπονία
     αντώνυμα: εργατικότητα, φιλοπονία
    χρειάζεται παράδειγμα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]