βόλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόλι < μεσαιωνική ελληνική βόλιον < υποκοριστικό της ελληνιστικής λέξης βόλος (για τα ζάρια και τους βόλους από γυαλί ή τους σβόλους από χώμα) < αρχαία ελληνική βῶλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόλι

  1. το σφαιρίδιο από μολύβι που χρησιμοποιούσαν στα πρώτα πυροβόλα όπλα σαν σφαίρα
  2. (γενικότερα) σφαίρα πυροβόλου όπλου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]