βόλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Βόλος, βώλος, βῶλος, Βώλος, Βῶλος

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βόλος οι βόλοι
      γενική του βόλου των βόλων
    αιτιατική τον βόλο τους βόλους
     κλητική βόλε βόλοι
όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόλος < αρχαία ελληνική βῶλος (Υπάρχει ήδη στα ελληνιστικά χρόνια η γραφή βόλος: θύρα, πηλός (βῶλος) καὶ δίκτυον. Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόλος αρσενικό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βόλος βόλω βόλοι
Γενική βόλου βόλοιν βόλων
Δοτική βόλ βόλοιν βόλοις
Αιτιατική βόλον βόλω βόλους
Κλητική βόλε βόλω βόλοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόλος < βάλλω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόλος αρσενικό

  1. δίχτυ
  2. το ρίξιμο του διχτυού
  3. το θήραμα ή ό,τι έχει πιαστεί με δίχτυ
  4. ζαριά
  5. το πέσιμο των δοντιών και το βγάλσιμο άλλων
  6. (ελληνιστική κοινή) σβώλος
     συνώνυμα: βῶλος

Πηγές[επεξεργασία]