βόρβορος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βόρβορος βόρβοροι
γενική βορβόρου
& βόρβορου
βορβόρων
& βόρβορων
αιτιατική βόρβορο βορβόρους
& βόρβορους
κλητική βόρβορε βόρβοροι
Σπάνια στον πληθυντικό

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόρβορος < αρχαία ελληνική βόρβορος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɔɾ.vɔ.ɾɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόρβορος αρσενικό

  1. λάσπη με ακαθαρσίες και δυσοσμία που εμφανίζεται στον πυθμένα υδάτινων εκτάσεων (π.χ. λιμάνια, ποτάμια, λίμνες κ.λπ.)
    συνώνυμα: βούρκος
  2. (μεταφορικά) η έσχατη ηθική κατάπτωση και διαφθορά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]