βόσκω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόσκω < αρχαία ελληνική βόσκω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

βόσκω & βοσκώ, πρτ.: έβοσκα & βοσκούσα, στ.μέλλ.: θα βοσκήσω, αόρ.: βόσκησα

  1. (για ζώα) τρώω χορτάρι σε λιβάδι
  2. μαζεύω και πηγαίνω τα ζώα (αγελάδες και πρόβατα συνήθως) για να φάνε (χορτάρι)

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • Πού βόσκεις;: Πού βρίσκεσαι;

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

πρόσωπα Ενεστώτας Παρατατικός Εξ. Μέλλ. Υποτακτική Προστακτική Μετοχή
α' ενικ. βόσκω έβοσκα θα βόσκω να βόσκω βόσκοντας
β' ενικ. βόσκεις έβοσκες θα βόσκεις να βόσκεις βόσκε
γ' ενικ. βόσκει έβοσκε θα βόσκει να βόσκει
α' πληθ. βόσκουμε βόσκαμε θα βόσκουμε να βόσκουμε
β' πληθ. βόσκετε βόσκατε θα βόσκετε να βόσκετε βόσκετε
γ' πληθ. βόσκουν(ε) έβοσκαν
βόσκαν(ε)
θα βόσκουν(ε) να βόσκουν(ε)
Σημείωση: Για την κλίση των συνοπτικών και συντελεσμένων χρόνων βλέπε τον παράλληλο τύπο - βοσκάω-ώ

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]