βόστρυχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- βόστρυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βόστρυχος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈvo.stɾi.xos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βό‐στρυ‐χος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βόστρυχος αρσενικό
- (αρχαιοπρεπές) η μπούκλα, η τούφα από κατσαρά μαλλιά
- ※ και εις βοστρύχους χωριστή η κόμη του απείρους, / με τους ευώδεις έπαιζε και πτερωτούς ζεφύρους … (Ζαν Μορεάς, Το όνειρόν μου, ποιητική συλλογή Τρυγόνες και έχιδναι)
Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]- (κατωιταλικά) πόστρυχο, πρόστυκο, απόστρυκο
- βούρυχο, βέρουχο, γούρυφο (Εύβοια)
- βούτρυχος (Μεγίστη, Καστελλόριζο)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βόστρυχος@TLG - ⌘ Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (1933‑2022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)
- ↑ βόστρυχος (& σχόλια για διαλεκτικά) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Πηγές
[επεξεργασία]- βόστρυχος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- βόστρυχος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ανώμαλο: ετερογενές | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | πληθυντικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| βοστρῠχο- | ||||||||
| αρσενικό | αρσενικό | ουδέτερο | ||||||
| ονομαστική | ὁ | βόστρυχος | οἱ | βόστρυχοι | τὰ | βόστρυχᾰ | ||
| γενική | τοῦ | βοστρύχου | τῶν | βοστρύχων | τῶν | βοστρύχων | ||
| δοτική | τῷ | βοστρύχῳ | τοῖς | βοστρύχοις | τοῖς | βοστρύχοις | ||
| αιτιατική | τὸν | βόστρυχον | τοὺς | βοστρύχους | τὰ | βόστρυχᾰ | ||
| κλητική ὦ! | βόστρυχε | βόστρυχοι | βόστρυχᾰ | |||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βοστρύχω | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | βοστρύχοιν | ||||||
| Ενικός, πληθυντικός, κλίση 'θρίαμβος', πληθυντικός: κλίση 'πρόσωπον'. | ||||||||
| 2η κλίση, - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βόστρυχος αρσενικό, πληθυντικός: ουδέτερο
- βόστρυχος, μπούκλα
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 1087 (1087-1089)
- ἐγὼ δ᾽ ἐς οἴκους βᾶσα βοστρύχους τεμῶ | πέπλων τε λευκῶν μέλανας ἀνταλλάξομαι | παρῆιδί τ᾽ ὄνυχα φόνιον ἐμβαλῶ †χροός†.
- Εγώ θα πάω μέσα, τα μαλλιά μου | θα κόψω, αντί λευκά θα βάλω μαύρα, | το πρόσωπό μου άγρια θα ματώσω.
- Μετάφραση (2006): Τάσος Ρούσσος, Αθήνα: ΟΕΔΒ @greek‑language.gr
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 1087 (1087-1089)
- (έντομο) αρσενική πυγολαμπίδα
- (φυτό, στον πληθυντικό) φύκια
- (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε τυλιγμένο
Παράγωγα
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ βόστρυχος, old.babiniotis.gr.
- ↑ Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 1981‑1994, έκδοση: 2013.
※ «Η ετυμολογική σύνδεση με την παλαιά νορβηγική γλώσσα kvaster (θύσανος, φούντα), ή άλλες παρεμφερείς γερμανικές λέξεις, φαίνεται αβάσιμη»
Πηγές
[επεξεργασία]- βόστρυχος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βόστρυχος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δάσκαλος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αρχαιοπρεπείς όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα ποίησης (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ανώμαλα
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ευριπίδη (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Έντομα (αρχαία ελληνικά)
- Ζώα (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (αρχαία ελληνικά)
- Βοτανική (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)