Μετάβαση στο περιεχόμενο

βόστρυχος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βόστρυχος οι βόστρυχοι
      γενική του βοστρύχου
& βόστρυχου
των βοστρύχων
    αιτιατική τον βόστρυχο τους βοστρύχους
& βόστρυχους
     κλητική βόστρυχε βόστρυχοι
Κατηγορία όπως «δάσκαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βόστρυχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική βόστρυχος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvo.stɾi.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βόστρυχος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βόστρυχος αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

διαλεκτικά[1][2]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βόστρυχος@TLG -  Ἱστορικὸν Λεξικὸν τῆς Νέας Ἑλληνικῆς, τῆς τε κοινῶς ὁμιλουμένης καὶ τῶν ἰδιωμάτων (ΙΛΝΕ) της Ακαδημίας Αθηνών, online έως το λήμμα «δαχτυλωτός». Έντυπη έκδοση: επτά τόμοι (19332022) ως το λήμμα «δόγης» / ΙΛΝΕ@TLG στο Thesaurus Linguae Graecae online έως το λήμμα «δόγης» (αναζήτηση, βραχυγραφίες)
  2. βόστρυχος (& σχόλια για διαλεκτικά) - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ανώμαλο: ετερογενές
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός     πληθυντικός  
βοστρῠχο-
αρσενικό αρσενικό ουδέτερο
ονομαστική βόστρυχος οἱ βόστρυχοι τὰ βόστρυχ
      γενική τοῦ βοστρύχου τῶν βοστρύχων τῶν βοστρύχων
      δοτική τῷ βοστρύχ τοῖς βοστρύχοις τοῖς βοστρύχοις
    αιτιατική τὸν βόστρυχον τοὺς βοστρύχους τὰ βόστρυχ
     κλητική ! βόστρυχε βόστρυχοι βόστρυχ
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βοστρύχω
γεν-δοτ τοῖν  βοστρύχοιν
Ενικός, πληθυντικός, κλίση 'θρίαμβος', πληθυντικός: κλίση 'πρόσωπον'.
2η κλίση, - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βόστρυχος < ενδεχομένως η λέξη βότρυχος (με ίδια σημασία) ( < βότρυς, το τσαμπί με σταφύλια), με προσθήκη εκφραστικού σ-.[1][2]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βόστρυχος αρσενικό, πληθυντικός: ουδέτερο

  1. βόστρυχος, μπούκλα
      5ος πκε αιώνας Εὐριπίδης, Ἑλένη, στίχ. 1087 (1087-1089)
    ἐγὼ δ᾽ ἐς οἴκους βᾶσα βοστρύχους τεμῶ | πέπλων τε λευκῶν μέλανας ἀνταλλάξομαι | παρῆιδί τ᾽ ὄνυχα φόνιον ἐμβαλῶ †χροός†.
    Εγώ θα πάω μέσα, τα μαλλιά μου | θα κόψω, αντί λευκά θα βάλω μαύρα, | το πρόσωπό μου άγρια θα ματώσω.
    Μετάφραση (2006): Τάσος Ρούσσος, Αθήνα: ΟΕΔΒ @greeklanguage.gr
  2. (έντομο) αρσενική πυγολαμπίδα
  3. (φυτό, στον πληθυντικό) φύκια
  4. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε τυλιγμένο
    1. (βοτανική) ο αναρριχητικός πλοχμός, ο φυτοπλοχμός
    2. διακοσμητικό στοιχείο

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. βόστρυχος, old.babiniotis.gr.
  2. Πάπυρος–Λαρούς–Μπριτάννικα: Λεξικό της ελληνικής γλώσσας, αρχαίας - μεσαιωνικής - νέας, ερμηνευτικό - ετυμολογικό. Αθήνα: Πάπυρος, 19811994, έκδοση: 2013.
      «Η ετυμολογική σύνδεση με την παλαιά νορβηγική γλώσσα kvaster (θύσανος, φούντα), ή άλλες παρεμφερείς γερμανικές λέξεις, φαίνεται αβάσιμη»