βόστρυχος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βόστρυχος βόστρυχοι
γενική βοστρύχου βοστρύχων
αιτιατική βόστρυχο βοστρύχους
κλητική βόστρυχε βόστρυχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόστρυχος < αρχαία ελληνική βόστρυχος

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈvɔ.stɾi.xɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόστρυχος αρσενικό

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βόστρυχος < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βόστρυχος αρσενικό

  1. βόστρυχος, μπούκλα
  2. (μεταφορικά) διακοσμητικό στοιχείο