βύβλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βύβλος βύβλω βύβλοι
Γενική βύβλου βύβλοιν βύβλων
Δοτική βύβλ βύβλοιν βύβλοις
Αιτιατική βύβλον βύβλω βύβλους
Κλητική βύβλε βύβλω βύβλοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βύβλος < Βύβλος < χαναανικό G-B-L (Gubla), συγγενές με το εβραϊκό גבל (Gebal) και το αραβικό جبيل (λιβανοαραβικό Jbeil)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βύβλος θηλυκό (& βίβλος)

  1. το αιγυπτιακό φυτό πάπυρος
  2. οι ίνες του φυτού πάπυρος, απ' τις οποίες παρασκευάζονταν διάφορα πράγματα (σχοινί, υλικό γραφής κ.λπ.)
  3. πληθυντικός οἱ βύβλοι & τά βύβλα: τα φύλλα του βιβλίου και (συνεκδοχικά) το βιβλίο
    Συνώνυμα: βιβλίον

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]