βύρσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βύρσα βύρσες
γενική βύρσας βυρσών
αιτιατική βύρσα βύρσες
κλητική βύρσα βύρσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βύρσα < αρχαία ελληνική βύρσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βύρσα θηλυκό

  1. το δέρμα ενός ζώου που έχει υποστεί ειδική κατεργασία για να έχει μεγάλη αντοχή σε φθορές λόγω σκληρής χρήσης

Σύνθετα[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]