Μετάβαση στο περιεχόμενο

βύσσος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βυσσός, Βυσσός, βύσσα

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βύσσος οι βύσσοι
      γενική της βύσσου των βύσσων
    αιτιατική τη βύσσο τις βύσσους
     κλητική βύσσε
(βύσσο)
βύσσοι
Κατηγορία όπως «διχοτόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βύσσος < (λόγιο δάνειο) διαγλωσσική ορολογία οικογένεια Byssus / Trentepohlia (ταξινομικός όρος) < νεολατινική byssus < ελληνιστική κοινή βύσσος (λινάρι) (θηλυκό). Διαφορετικό το αρσενικό βυσσός < βυθός.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈvi.sos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: βύσσος
παρώνυμα: μίσος, νήσος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βύσσος θηλυκό

  • (μαλάκιο) λόγιος όρος για το μετάξι της θάλασσας
      Υπάρχει όμως και ένας άλλος, εξαιρετικά σπάνιος, τύπος μεταξιού, γνωστός ως «μετάξι της θάλασσας» ή βύσσος, ο οποίος φτιάχνεται από ένα υγρό που εκκρίνει η πίνα (Pinna Nobilis),[sic Pinna nobilis] ένα όστρακο που μοιάζει με τεράστιο μύδι. [] Σύμφωνα με το BBC, σήμερα είναι πολύ πιθανόν να έχει απομείνει μόλις ένα άτομο το οποίο μπορεί και εξακολουθεί να συλλέγει τη βύσσο, να τη γνέθει και να την κάνει να λάμπει σαν χρυσός: η Κιάρα Βίγκο από το Σαντ' Αντίοκο,[ΒΠ/WP] ένα νησί στο νοτιοδυτικό άκρο της Σαρδηνία]ς.
    «Το πολύτιμο μετάξι της θάλασσας» @tovima.gr, εφημερίδα Το Βήμα, 2015.09.04.
      Πίννα [] Από ένα υγρό που εκκρίνει φτιάχνεται ένας εξαιρετικά σπάνιος τύπος μεταξιού το «μετάξι της θάλασσας» ή βύσσος, πολύ εκλεκτή υφαντική ύλη, κυρίως εξαιτίας της ιδιότητάς της να λάμπει στον ήλιο.
    Περιλαμβάνεται στο Προεδρικό Διάταγμα 67/1981, στον Κανονισμό (ΕΚ) 1967/2006 (Κανονισμός Μεσογείου), στην Αριθμ 33318/3028/1998 ΚΥΑ, στο παράρτημα IV της Οδηγίας 92/43/ΕΟΚ και στη σύμβαση Βαρκελώνης, στο παράρτημα ΙΙ του Πρωτοκόλλου για τις Ειδικές Προστατευόμενες Περιοχές και τη Βιολογική Ποικιλότητα στη Μεσόγειο. Βρίσκεται σε προστατευμένες περιοχές του δικτύου Natura 2000.
    pdf, σελ.3 (με φωτογραφίες) Ενημερωτικό υλικό: Προστατευόμενα δίθυρα μαλάκια, pdf Ψ62Ν4653ΠΓ-ΤΝΔ, 2017.03.29, @alieia.minagric.gr Γενική Διεύθυνση Αλιείας, Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. [Ελλάδα]

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Για τον περιφραστικό όρο, δείτε μετάξι της θάλασσας.



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βύσσος αἱ βύσσοι
      γενική τῆς βύσσου
& βύσσοιο (στον Θεόκριτο)
τῶν βύσσων
      δοτική τῇ βύσσ ταῖς βύσσοις
    αιτιατική τὴν βύσσον τὰς βύσσους
     κλητική ! βύσσε βύσσοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βύσσω
γεν-δοτ τοῖν  βύσσοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «νόσος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βύσσος < ανατολικό δάνειο σημιτικής προέλευσης < πρωτοσημιτική *būṣ- Συγγενή: ακκαδική, εβραϊκή בּוּץ (buts, στη σημασία «λινάρι»).[1] Διαφορετική η ετυμολογία για το αρσενικό βυσσός < βυθός.
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νεολατινικά: byssus > οικογένεια Byssus / Trentepohlia με αλλαγή σημασίας > νέα ελληνικά: βύσσος, μετάξι της θάλασσας.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βύσσος, -ου θηλυκό

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]
  • βυσσός (αρσενικό, ως άλλη μορφή της βύσσου)

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

παράγωγα και σύνθετα:

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Διαφορετικής ετυμολογίας:

 και δείτε τη λέξη βυθός Επίσης, δείτε το νεοελληνικό βυσσοδομώ

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. בוץ#Etymology_2 στο αγγλικό Βικιλεξικό