Μετάβαση στο περιεχόμενο

βώλος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης : Βώλος, Βῶλος, βῶλος, βόλος, Βόλος

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο βώλος οι βώλοι
      γενική του βώλου των βώλων
    αιτιατική τον βώλο τους βώλους
     κλητική βώλε βώλοι
Κατηγορία όπως «δρόμος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βώλος < αρχαία ελληνική βῶλος ή γώλος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βώλος αρσενικό

  1. γυάλινο (ή κι από άλλο υλικό) σφαιρίδιο
    ≈ συνώνυμα: γκαζιά, μπίλια
    ※  Ὁ σκύλος ἔτρεχε κατόπιν τῆς Βότσαινας γαυγίζων μανιωδῶς, οἱ τρεῖς μαθηταὶ τοῦ σχολείου ἔτρεχον κατόπιν τοῦ σκύλου ρίπτοντες λίθους καὶ βώλους (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Ωχ! Βασανάκια, 1984)
  2. (συνεκδοχικά) το παιχνίδι που παίζεται με το 1

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]