βώτας

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βώτας αρσενικό (& βούτας· θηλυκό: βῶτις)

  1. δωρικός τύπος του βούτης