βῖκος
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | βῖκος | οἱ | βῖκοι |
| γενική | τοῦ | βίκου | τῶν | βίκων |
| δοτική | τῷ | βίκῳ | τοῖς | βίκοις |
| αιτιατική | τὸν | βῖκον | τοὺς | βίκους |
| κλητική ὦ! | βῖκε | βῖκοι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | βίκω | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | βίκοιν | ||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /bǐː.kos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : βῖ‐κος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]βῖκος, -ου αρσενικό
- δοχείο για κρασί ή λάδι με δύο λαβές, κανάτα, στάμνα
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1, 9:25
- ※ 5ος αιώνας πκε ⌘ Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 194.2
- μάλιστα δὲ βίκους φοινικηΐους κατάγουσι οἴνου πλέους
- Κυρίως κατεβάζουν δοχεία καμωμένα από ξύλο φοινικιάς γεμάτα κρασί.
- Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greek‑language.gr
- μάλιστα δὲ βίκους φοινικηΐους κατάγουσι οἴνου πλέους
- ※ 5ος αιώνας κε ⌘ Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
- μικρό πιθάρι
- κούπα για κρασί, φιαλώδες ποτήρι
- ※ 2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, (Σύνοψις), Βιβλίον ια΄
- βικὸς;. Ξενοφῶν Ἀναβάσεως πρώτῳ: ‘ Κῦρος ἔπεμπε βίκους οἴνου ἡμιδεεῖς.’ ἐστὶ δὲ φιαλῶδες ποτήριον κατὰ τὸν Παριανὸν Πολυδεύκην.
- βίκος; Ο Ξενοφών στο πρώτο κεφάλαιο της Αναβάσεως: «Ο Κύρος έστελνε μισογεμάτες στάμνες οίνου» και είναι φιαλώδες ποτήρι σύμφωνα με τον Παριανό Πολυδεύκη.
- βικὸς;. Ξενοφῶν Ἀναβάσεως πρώτῳ: ‘ Κῦρος ἔπεμπε βίκους οἴνου ἡμιδεεῖς.’ ἐστὶ δὲ φιαλῶδες ποτήριον κατὰ τὸν Παριανὸν Πολυδεύκην.
- ※ 2/3ος κε αιώνας ⌘ Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, (Σύνοψις), Βιβλίον ια΄
- (μονάδα μέτρησης) μονάδα μέτρησης επιφάνειας άγνωστης έκτασης
Παράγωγα
[επεξεργασία]Απόγονοι
[επεξεργασία]από υποθετικό ελληνιστικό υποκοριστικό *βῑκᾱ́ριον
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- βῖκος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- βῖκος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'δρόμος' προπερισπώμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπερισπώμενες (αρχαία ελληνικά)
- Δάνεια από τα αρχαία αιγυπτιακά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία αιγυπτιακά (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ηρόδοτο (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ησύχιο (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα από λεξικά (ελληνιστική κοινή)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Χρειάζονται παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Αθήναιο (ελληνιστική κοινή)
- Μονάδες μέτρησης (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)