Μετάβαση στο περιεχόμενο

βῖκος

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: βίκος

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική βῖκος οἱ βῖκοι
      γενική τοῦ βίκου τῶν βίκων
      δοτική τῷ βίκ τοῖς βίκοις
    αιτιατική τὸν βῖκον τοὺς βίκους
     κλητική ! βῖκε βῖκοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  βίκω
γεν-δοτ τοῖν  βίκοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
βῖκος < Πιθανώς αρχαία αιγυπτιακή bꜣkt (δοχείο για λάδι) ή κατ᾿ άλλους σημιτικής προέλευσης. Δεν συγγενεύουν τα βαυκάλιον (κανάτα) και λατινική fiscus (καλάθι)[1].

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /bǐː.kos/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: βῖκος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

βῖκος, -ου αρσενικό

  1. δοχείο για κρασί ή λάδι με δύο λαβές, κανάτα, στάμνα
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 1, 9:25
    Κῦρος γὰρ ἔπεμπε βίκους οἴνου ἡμιδεεῖς
    Διότι ο Κύρος έστελνε στάμνες οίνου μισογεμάτες
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 1 (Κλειώ), 194.2
    μάλιστα δὲ βίκους φοινικηΐους κατάγουσι οἴνου πλέους
    Κυρίως κατεβάζουν δοχεία καμωμένα από ξύλο φοινικιάς γεμάτα κρασί.
    Μετάφραση (1964): Δημήτρης Ν. Μαρωνίτης Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος αιώνας κε   Ἡσύχιος, Γλῶσσαι, Β
    <βῖκος> στάμνος ὦτα ἔχων
    <βίκος> στάμνα που έχει αφτιά
  2. μικρό πιθάρι
    χρειάζεται παράθεμα
  3. κούπα για κρασί, φιαλώδες ποτήρι
      2/3ος κε αιώνας Ἀθήναιος ὁ Nαυκρατίτης, Δειπνοσοφισταί, (Σύνοψις), Βιβλίον ια΄
    βικὸς;. Ξενοφῶν Ἀναβάσεως πρώτῳ: ‘ Κῦρος ἔπεμπε βίκους οἴνου ἡμιδεεῖς.’ ἐστὶ δὲ φιαλῶδες ποτήριον κατὰ τὸν Παριανὸν Πολυδεύκην.
    βίκος; Ο Ξενοφών στο πρώτο κεφάλαιο της Αναβάσεως: «Ο Κύρος έστελνε μισογεμάτες στάμνες οίνου» και είναι φιαλώδες ποτήρι σύμφωνα με τον Παριανό Πολυδεύκη.
  4. (μονάδα μέτρησης) μονάδα μέτρησης επιφάνειας άγνωστης έκτασης
    χρειάζεται παράθεμα

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

από υποθετικό ελληνιστικό υποκοριστικό *βῑκᾱ́ριον

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Beekes, Robert S. P. (2010) Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.