βῶλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: βώλος, Βῶλος, Βώλος, βόλος, Βόλος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βῶλος βώλω βῶλοι
Γενική βώλου βώλοιν βώλων
Δοτική βώλ βώλοιν βώλοις
Αιτιατική βῶλον βώλω βώλους
Κλητική βῶλε βώλω βῶλοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βῶλος < ινδοευρωπαϊκή ρίζα *bol- (βολβός)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βῶλος θηλυκό (σπανιότερα αρσενικό)

  1. σβώλος
  2. γη, χώμα
  3. χωράφι
  4. σφαιρίδιο οποιουδήποτε υλικού
  5. (βοτανική) είδος μανιταριού
     συνώνυμα: βωλίτης