βῶλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : βώλος, Βῶλος, Βώλος, βόλος, Βόλος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική βῶλος βώλω βῶλοι
Γενική βώλου βώλοιν βώλων
Δοτική βώλ βώλοιν βώλοις
Αιτιατική βῶλον βώλω βώλους
Κλητική βῶλε βώλω βῶλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βῶλος < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bol- (βολβός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βῶλος θηλυκό (σπανιότερα αρσενικό)

  1. σβώλος
  2. γη, χώμα
  3. χωράφι
  4. σφαιρίδιο οποιουδήποτε υλικού
  5. (βοτανική) είδος μανιταριού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: βωλίτης