γάλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάλα γάλατα
γενική γάλατος γαλάτων
αιτιατική γάλα γάλατα
κλητική γάλα γάλατα
στη γενική ενικού σχηματίζει και τον τύπο: γάλακτος

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάλα < αρχαία ελληνική γάλα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάλα ουδέτερο, γενική: γάλακτος και γάλατος

  1. θρεπτικό υγρό με υπόλευκο χρώμα και ελαφρώς γλυκιά γεύση, που εκκρίνεται από τους μαστούς των θηλυκών θηλαστικών μετά από την εγκυμοσύνη και με το οποίο τρέφονται τα μικρά τους
    αγελαδινό γάλα
  2. το υγρό που υφίσταται επεξεργασία από γαλακτοβιομηχανίες για κατανάλωση ή για την παραγωγή γαλακτοκομικών προϊόντων
    παστεριωμένο γάλα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

και

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική γάλα γάλακτε γάλακτα
Γενική γάλακτος γαλάκτοιν γαλάκτων
Δοτική γάλακτι γαλάκτοιν γάλαξι
Αιτιατική γάλα γάλακτε γάλακτα
Κλητική γάλα γάλακτε γάλακτα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάλα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *glakt-/*galakt-

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάλα ουδέτερο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]