Μετάβαση στο περιεχόμενο

γάλαγγα

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γάλαγγα < (άμεσο δάνειο) αραβική خلنجان (ḵalanjān) < περσική قولنجان (qulenjân, qulanjân) < σανσκριτική कुलञ्जन (kulañjana) < ίσως κινεζική 高良薑 (gāoliángjiāng) < 高涼 (Gāoliáng) + (jiāng)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γάλαγγα θηλυκό άκλιτο (ελληνιστική κοινή)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]