γάλαγγα
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γάλαγγα θηλυκό άκλιτο (ελληνιστική κοινή)
- (φυτό) Αλπινία η γαλάγκη, κοινώς χαυλιτζάνι (Alpinia galanga)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- γάλαγγα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα αραβικά (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα αραβικά (ελληνιστική κοινή)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (αραβικά)
- Προέλευση λέξεων από τα σανσκριτικά (περσικά)
- Προέλευση λέξεων από τα κινεζικά (σανσκριτικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Ουσιαστικά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Φυτά (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)