γάμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάμα < αρχαία ελληνική γάμμα < πρωτοσημιτική *gamal (καμήλα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάμα ουδέτερο άκλιτο

  1. το τρίτο γράμμα του ελληνικού αλφάβητου (γ, κεφαλαίο: Γ)
  2. μεταφορικά: η ορθή γωνία
  3. η συμβολή των δοκών ποδοσφαιρικής εστίας
    Έστειλε την μπάλα στο γάμα.

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

γάμα

  • β' ενικό προστακτικής ενεστώτα του ρήματος γαμώ