γάμπα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάμπα γάμπες
γενική γάμπας
αιτιατική γάμπα γάμπες
κλητική γάμπα γάμπες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάμπα < ιταλική gamba (= μηρός ανθρώπου | τμήμα της κάλτσας και του παντελονιού στο ύψος της κνήμης) < λατινκή camba | gamba (= πόδι αλόγου και γενικά τετράποδου) < ελληνική καμπή (δωρικά : καμπά) (= κάμψη | λύγισμα | καμπυλωτό τμήμα | κάμψη ώμων, ισχίων, δακτύλων | άρθρωση)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάμπα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]