γάμπια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γάμπια | οι | γάμπιες |
| γενική | της | γάμπιας | — | |
| αιτιατική | τη | γάμπια | τις | γάμπιες |
| κλητική | γάμπια | γάμπιες | ||
| Κατηγορία όπως «πέστροφα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | γάμπια | οι | γάμπιες |
| γενική | της | γάμπιας | — | |
| αιτιατική | τη | γάμπια | τις | γάμπιες |
| κλητική | γάμπια | γάμπιες | ||
| Προφέρεται με συνίζηση στην κατάληξη ως παροξύτονο. Η γενική πληθυντικού σε -ών δε συνηθίζεται. | ||||
| Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γάμπια < (άμεσο δάνειο) ιταλική gabbia < λατινική cavea < cavus < πρωτοϊταλική *kawos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱowh₁ós (κοίλος) < *ḱewh₁-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈɣa.bi.a/ και /ˈɣa.bʝa/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γά‐μπι‐α ή γά‐μπια
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γάμπια θηλυκό
- (ναυτικός όρος) είδος τετράγωνου ιστίου πάνω από την μαΐστρα
- ※ Οι φρεγάδες είχαν απλωμένα όλα τα πανιά. Φλόκοι και κονταφλόκοι, γάμπιες και παπαφίγγοι και παρουκέτα και τρίγγοι όλα ήσαν στη θέσι τους. (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Τα λόγια της πλώρης, 1899)
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πέστροφα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά χωρίς γενική πληθυντικού (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'πείνα' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά με συνίζηση στην κατάληξη (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊταλική (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ναυτικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)