γάμπια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γάμπια οι γάμπιες
      γενική της γάμπιας
    αιτιατική τη γάμπια τις γάμπιες
     κλητική γάμπια γάμπιες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάμπια < (άμεσο δάνειο) ιταλική gabbia

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάμπια θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]