Μετάβαση στο περιεχόμενο

γάνυμαι

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γάνυμαι < γανάω - γανόω

γάνυμαι