γάσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γάσα γάσες
γενική γάσας
αιτιατική γάσα γάσες
κλητική γάσα γάσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάσα < ιταλική gassa

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάσα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]