γάτος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο γάτος οι γάτοι
      γενική του γάτου των γάτων
    αιτιατική τον γάτο τους γάτους
     κλητική γάτε γάτοι
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γάτος < από το ιταλικό gatto < Από το λατινικό cᾰttu, προέλευση αβέβαιη.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈɣa.tɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γάτος αρσενικό (πληθυντικός γάτοι)

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]