γέγαα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέγαα < πιθανόν γέγονα < γίγνομαι

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

γέγαα

  • υπάρχω (είτε άλλη μορφή του γίγνομαι είτε άλλο ρήμα που το χρησιμοποιουσαν μόνον στον παρακείμενο, με μετοχή γεγαώς-υῖα και συνηρημένη γεγώς-ῶσα)