γέμισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γέμισμα γεμίσματα
γενική γεμίσματος γεμισμάτων
αιτιατική γέμισμα γεμίσματα
κλητική γέμισμα γεμίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέμισμα < μεσαιωνική ελληνική < γεμίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέμισμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του γεμίζω
  2. η ποσότητα που χωράει ένα δοχείο όταν το γεμίσουμε
    πόσα χιλιόμετρα κάνεις με το αυτοκίνητό σου με ένα γέμισμα;

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]