Μετάβαση στο περιεχόμενο

γέμω

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέμω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γέμω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γέμω

  1. (μεταβατικό) γεμίζω
      Λίβ. P 543
    (μεταφορικά) ἡ ἀνδρειά σου γέμει κόσμον
  2. (αμετάβατο) είμαι γεμάτος από κάτι
      Ερωτόκριτος Β´ 110
    γέμουν τὰ δώματα λαό

Παράγωγα

[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γέμω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *gem- (ομόρριζο των γαστήρ, γάστρα, γόμος και γέμος)

γέμω

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]