γένεσις

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γένεσις < μεσαιωνική γένεσις < αρχαία ελληνική γένεσις

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένεσις θηλυκό



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γένεσις < γίγνομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένεσις θηλυκό

  1. πηγή, δημιουργία, απαρχή
    Ὠκεανόν τε θεῶν γένεσιν
  2. γέννημα, απόγονος
    ἦ κάρτα λαμπρὰ καὶ κατ᾽ ὄνομα καὶ φύσιν, πατρὸς μὲν οὖσα γένεσιν Εὐρύτου ποτὲ (: ...γιατί ήταν κόρη του Ευρύτου, είχε γεννηθεί από πατέρα τον...)
  3. γένος, είδος ζώων

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]