γένυς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική γένυς γένυε γένυες
Γενική γένυος γενύοιν γενύων
Δοτική γένυϊ γενύοιν γένυσι(ν)
Αιτιατική γένυν γένυε γένυς
Κλητική γένυ γένυε γένυες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γένυς < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ǵénu-, *ǵénus ‎(μάγουλο, σαγόνι, πιγούνι)∙ συγγενές των γένειον και γενειάς, και γενηίς και γνάθος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γένυς θηλυκό

  1. η γνάθος, τα σαγόνια με τα δόντια
  2. το πηγούνι
  3. (μεταφορικά) η κόψη, ο πέλεκυς