γέρσιμο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γέρσιμο τα γερσίματα
      γενική του γερσίματος των γερσιμάτων
    αιτιατική το γέρσιμο τα γερσίματα
     κλητική γέρσιμο γερσίματα
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γέρσιμο < γέρνω + -σιμο < μεσαιωνική ελληνική γέρνω < εγείρω < αρχαία ελληνική ἐγείρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₁ger- (σηκώνω, ωθώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈʝεɾ.si.mɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γέρσιμο ουδέτερο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]