γίγνεσθαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- γίγνεσθαι < απαρέμφατο ενεστώτα του γίγνομαι
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈʝi.ɣne.sθe/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : γί‐γνε‐σθαι
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]γίγνεσθαι ουδέτερο άκλιτο
- (φιλοσοφία, λόγιο) η διαρκής εξέλιξη, διαμόρφωση ή μετατροπή των πραγμάτων, η σύνθεση που προκύπτει μέσα από τις συγκρούσεις
- ※ Η ιστορική απροσδιοριστία του αγοραίου μέλλοντος διαθλώντας στους όρους πρόσληψης του αγοραίου παρόντος. Ακόμα λοιπόν και στο πλαίσιο του laisser passer, ορισμένες εξωαγοραίες παρεμβάσεις στη διαδικασία εκτύλιξης του κοινωνικού «γίγνεσθαι» δεν θα έπρεπε να αποκλείονται. (Κωνσταντίνος Τσουκαλάς, Η γυμνή βασίλισσα, Έργα και ημέρες του οικονομικού λόγου, 2014)
Εκφράσεις
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη γίνομαι
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Απαρέμφατο
[επεξεργασία]γίγνεσθαι
Κατηγορίες:
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Λόγιοι όροι (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Απαρέμφατα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)