γίδι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το γίδι τα γίδια
      γενική του γιδιού των γιδιών
    αιτιατική το γίδι τα γίδια
     κλητική γίδι γίδια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γίδι < μεσαιωνική ελληνική γίδιν < αρχαία ελληνική αἰγίδιον, υποκοριστικό του αἴξ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γίδι ουδέτερο

  1. το κατσίκι
  2. (προσβλητικά) ο χωρίς καλούς τρόπους συμπεριφοράς, ο αγροίκος
  3. (στον πληθυντικό) κοπάδι γιδιών
    βόσκουνε τα γίδια

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]