γαίω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαίω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *geh₂widéh₁yeti < *geh₂u- (χαίρομαι, αναγαλλιάζω), συγγενές του γηθέω, γάνυμαι, γαῦρος κ.λπ.

Ρήμα[επεξεργασία]

γαίω (παρατατικός: γαίεσκον)

  • είμαι υπερήφανος για κάτι, χαίρομαι, αγάλλομαι. Μόνον στην ομηρική φράση κύδεϊ γαίων στην Ιλιάδα, 1.405, 5.906, 8.51
    ※  ὅς ῥα παρά Κρονίωνι καθέζετο κύδεϊ γαίων :κάθισε δίπλα στο γιο του Κρόνου και περηφανευόταν

Πηγές[επεξεργασία]