γαβάθα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαβάθα < μεσαιωνική ελληνική γαβάθα < λατινική gavata

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαβάθα

  1. παραδοσιακό βαθύ ανοιχτό σκεύος για φαγητό μεγάλου σχήματος
  2. η ποσότητα υγρού ή φαγητού που χωράει σε ένα τέτοιο σκεύος


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]