γαζέπι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γαζέπι
γενική γαζεπιού
αιτιατική γαζέπι
κλητική γαζέπι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαζέπι < τουρκική gazap < αραβική غضب (ghazab, οργή)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαζέπι ουδέτερο μόνο στον ενικό

  1. οργή

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]