γαζέτα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γαζέτα οι γαζέτες
      γενική της γαζέτας των γαζετών
    αιτιατική τη γαζέτα τις γαζέτες
     κλητική γαζέτα γαζέτες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαζέτα < βενετική gazeta (Δείτε ιταλικά gazzetta)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαζέτα θηλυκό (επτανησικό ιδίωμα)

  1. (οικονομία) το δίλεπτο μεταλλικό κέρμα των Ενετών
  2. (οικονομία) οι μικρής αξίας υποδιαιρέσεις της δραχμής
  3. η εφημερίδα α) επειδή έδιναν ένα δίλεπτο για να διαβαστούν δημοσίως οι ανακοινώσεις που τοιχοκολούσαν οι εκπρόσωποι της ενετικής δημοκρατίας στις πλατείες και β) επειδή οι Ενετοί κυκλοφόρησαν την πρώτη εβδομαδιαία εφημερίδα με τίτλο Gazetta το 1600

Μεταφράσεις[επεξεργασία]