Μετάβαση στο περιεχόμενο

γαιοῦχος

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ γαιοῦχος οἱ γαιοῦχοι
      γενική τοῦ γαιούχου τῶν γαιούχων
      δοτική τῷ γαιούχῳ τοῖς γαιούχοις
    αιτιατική τὸν γαιοῦχον τοὺς γαιούχους
     κλητική ὦ! γαιοῦχε γαιοῦχοι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  γαιούχω
γεν-δοτ τοῖν  γαιούχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δρόμος' όπως «κῆπος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
γαιοῦχος < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

γαιοῦχος, -ου αρσενικό (ελληνιστική κοινή)