γαλαζοαίματος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο γαλαζοαίματος η γαλαζοαίματη το γαλαζοαίματο
      γενική του γαλαζοαίματου της γαλαζοαίματης του γαλαζοαίματου
    αιτιατική τον γαλαζοαίματο τη γαλαζοαίματη το γαλαζοαίματο
     κλητική γαλαζοαίματε γαλαζοαίματη γαλαζοαίματο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι γαλαζοαίματοι οι γαλαζοαίματες τα γαλαζοαίματα
      γενική των γαλαζοαίματων των γαλαζοαίματων των γαλαζοαίματων
    αιτιατική τους γαλαζοαίματους τις γαλαζοαίματες τα γαλαζοαίματα
     κλητική γαλαζοαίματοι γαλαζοαίματες γαλαζοαίματα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλαζοαίματος < γαλάζ(ιος) + -ο- + αιματ- + -ος, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική sang-bleu ή την αγγλική blue blood < ισπανική sangre azul [1] γαλάζιο αίμα λόγω της όψης των φλεβών στο λευκό δέρμα των Ισπανών ευγενών του Μεσαίωνα, σε αντίθεση με των αράβων εισβολέων τους[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɣa.la.zoˈe.ma.tos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: γα‐λα‐ζο‐αί‐μα‐τος

Επίθετο[επεξεργασία]

γαλαζοαίματος, -η, -ο

  • που ανήκει σε βασιλική ή αριστοκρατική οικογένεια (και ειρωνικό)
    αν και γαλαζοαίματος, παντρεύτηκε μια κοινή θνητη

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. «γαλαζοαίματος» -  Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.  (Α΄ έκδοση: 1998)