γαλαζοπράσινος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική γαλαζοπράσινος γαλαζοπράσινη γαλαζοπράσινο
γενική γαλαζοπράσινου γαλαζοπράσινης γαλαζοπράσινου
αιτιατική γαλαζοπράσινο γαλαζοπράσινη γαλαζοπράσινο
κλητική γαλαζοπράσινε γαλαζοπράσινη γαλαζοπράσινο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική γαλαζοπράσινοι γαλαζοπράσινες γαλαζοπράσινα
γενική γαλαζοπράσινων γαλαζοπράσινων γαλαζοπράσινων
αιτιατική γαλαζοπράσινους γαλαζοπράσινες γαλαζοπράσινα
κλητική γαλαζοπράσινοι γαλαζοπράσινες γαλαζοπράσινα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλαζοπράσινος < γαλαζ(ιο) + -ο- + πράσινος

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γαλαζοπράσινος

  1. φυσική ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου χρώματος, απόχρωση που είναι ανάμεσα στο γαλάζιο και στο πράσινο (με κυρίαρχο το πρώτο)
    ο γαλαζοπράσινος πλανήτης (ο δικος μας από μακριά)
  2. η τεχνητή ανάμιξη γαλάζιου και πράσινου (με κυρίαρχο το πρώτο)
    γαλαζοπράσινοι φακοί επαφής
  3. μεταφορικά, το κοινό σύνολο που σχηματίζει το σύνολο Α της Νέας Δημοκρατίας με το σύνολο Β του ΠΑΣΟΚ
    ο γαλαζοπράσινος υπουργός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]