γαλβάνισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλβάνισμα γαλβανίσματα
γενική γαλβανίσματος γαλβανισμάτων
αιτιατική γαλβάνισμα γαλβανίσματα
κλητική γαλβάνισμα γαλβανίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλβάνισμα < γαλβανίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλβάνισμα ουδέτερο

  1. η διαδικασία και το αποτέλεσμα του γαλβανίζω
  2. (χημεία) γενικά η επιμετάλλωση,
  3. (ηλεκτρολογία) η ηλέκτριση με γαλβανική στήλη
  4. (τεχνολογία): ουσιαστικά η επιψευδαργύρωση μεταλλικών επιφανειών ή αντικειμένων για προστασία από τη διάβρωση
    στο γαλβάνισμα η επίστρωση γίνεται εν θερμώ μέσα σε δεξαμενή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]