γαλβανίζω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

γαλβανίζω < από το όνομα φυσικού Galvani και γαλλική, galvaniser

Open book 01.svg Ρήμα[]

γαλβανίζω

  1. (χημεία) γενικά επιμεταλλώνω, περνάω λεπτό στρώμα μετάλλου σε άλλο μέταλλο
  2. (ηλεκτρολογία): ηλεκτρίζω με γαλβανική στήλη
  3. (τεχνολογία): ουσιαστικά επιψευδαργυρώνω μεταλλική επιφάνεια ή αντικείμενο για προστασία από τη διάβρωση - σκουριά
  4. (μεταφορικά): ενθουσιάζω, εμψυχώνω, ηλεκτρίζω
    φοβερός δημαγωγός, ξέρει να γαλβανίζει τα πλήθη

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]