γαλβανιζέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλβανιζέ < γαλλική galvanisé

Επίθετο[επεξεργασία]

γαλβανιζέ άκλιτο

  1. γαλβανισμένος,
  2. επιψευδαργυρωμένος

Μεταφράσεις[επεξεργασία]