γαλλίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία el[επεξεργασία]

γαλλίζω < Γαλλία, Γάλλος ή γαλλισμός< + -ίζω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

  1. συμπεριφέρομαι σαν Γάλλος, ασπάζομαι τους γαλλικούς τρόπους
  2. (πολιτική) είμαι φιλογάλλος, ασπάζομαι την γαλλική πολιτική οπτική
  3. μιλώ γαλλικά/την γαλλική γλώσσα
    • έχοντας ζήσει αρκετά με γαλλόφωνους, μιλώ άλλη (ή άλλες γλώσσες) γαλλότροπα, με γαλλική προφορά
  4. ασπάζομαι ιδέες, αξίες και γαλλικά ιδεώδη
    1. είτε σοβαρά, εμπεριστατωμένα
    2. Πρότυπο:μει είτε γελοία, επιφανειακά

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]