γαλλικά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Κατηγορία: Γαλλική γλώσσα

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλλικά <

  • γλώσσα: γαλλικός < Γαλλία
  • οικείο: αντιφατικά, με σκωπτική διάθεση, επειδή θεωρούσαν τα γαλλικά γλώσσα «των σαλονιών»

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλλικά ουδέτερο μόνο στον πληθυντικό

  1. η γαλλική γλώσσα, η γλώσσα που μιλούν οι Γάλλοι
  2. (μεταφορικά), (οικείο) οι βρισιές, οι χυδαίες εκφράσεις
    φταίω εγώ τώρα να τον αρχίσω στα γαλλικά;

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

γαλλικά

  1. στη γαλλική γλώσσα
    Μη μου μιλάς γαλλικά, δεν καταλαβαίνω τίποτα!
  2. έτσι όπως κάνουν οι Γάλλοι
    το έστριψε αλά γαλλικά

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

γαλλικά