γαλονού

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαλονού γαλονούδες
γενική γαλονούς γαλονούδων
αιτιατική γαλονού γαλονούδες
κλητική γαλονού γαλονούδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαλονού < γαλόνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαλονού θηλυκό (αρσενικό γαλονάς)

  1. η αξιωματικός, αυτή που έχει γαλόνια

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]